Η Νύμφη του Νερού (Undine) (2020)

Η Νύμφη του Νερού (Undine) (2020)
Η Νύμφη του Νερού (Undine) (2020)

Η Νύμφη του Νερού (Undine) (2020)

Η AMA FILMS ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ

Η ΝΥΜΦΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
Undine

Φεστιβάλ Βερολίνου 2020:

ΑΡΓΥΡΗ ΑΡΚΤΟΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ
ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΡΙΤΙΚΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ FIPRESCI

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟ ΓΕΡΜΑΝΟ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΤΩΝ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΩΝ “YELLA”, “BARBARA” ΚΑΙ “TRANSIT”

ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΠΕΤΣΟΛΝΤ

 **** SCREEN DAILY
**** THE HOLLYWOOD REPORTER
**** THE PLAYLIST

Έξοδος:  από 2 Δεκεμβρίου 2021
στον κινηματογράφο ΑΣΤΥ
(Κοραή 4)

ΣΥΝΟΨΗ

Η Ουντίνε είναι ιστορικός πόλεων κι εργάζεται ως ξεναγός στη Διεύθυνση Αστικής Ανάπτυξης. Όμως, όταν ο άνδρας που αγαπά την εγκαταλείπει για μία άλλη γυναίκα, ο αρχαίος μύθος της νύμφης του νερού έρχεται να τη στοιχειώσει ξανά. Η Ουντίνε πρέπει να σκοτώσει τον άνδρα που την πρόδωσε και να επιστρέψει στο νερό, όπου ανήκει. Όμως, εκείνη επιλέγει να αψηφήσει τις επιταγές του μύθου. Επιλέγει να μείνει. Και να αγαπήσει ξανά.


ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Φεστιβάλ Βερολίνου 2020

  • Αργυρή Άρκτος Καλύτερης Ηθοποιού  (Πάουλα Μπιρ)
  • Βραβείο Διεθνούς Ένωσης Κριτικών FIPRESCI

Ταινία Λήξης στο 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας (2020)

Μια εντυπωσιακή διασκευή του αρχαίου ευρωπαϊκού μύθου της Ουντίνε -της νύμφης του νερού που μπορεί να παντρευτεί έναν θνητό, αλλά τον οποίο θα πρέπει να σκοτώσει, αν ποτέ την προδώσει- με φόντο το σύγχρονο Βερολίνο και έμφαση στη γυναικεία οπτική.

Στη δεύτερη συνεργασία του με τους πρωταγωνιστές του Transit Πάουλα Μπιρ και Φραντς Ρογκόφσκι, ο Κρίστιαν Πέτσολντ δημιουργεί μια μυστηριώδη ιστορία ολοκληρωτικής αγάπης που ακροβατεί ανάμεσα στο υπερφυσικό και το πραγματικό, το παρελθόν και το παρόν, την ιστορία και την ιδιότητά της να επιβιώνει κάτω από τη διαρκώς μεταβαλλόμενη επιφάνεια.


ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

«Άνθρωποι! Τέρατα!» Έτσι ξεκινά την αφήγησή της η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν στο βιβλίο Η Ουντίνε φεύγει. Η Ουντίνε είναι η προδομένη γυναίκα του νερού. Σύμφωνα με τον μύθο, ζει στον βυθό μιας λίμνης, μέσα στο δάσος. Ένας άνδρας που είναι μοιραία ερωτευμένος με μια γυναίκα, αλλά που ο έρωτας του είναι απέλπιδος και χωρίς ανταπόκριση, που δεν ξέρει πια τι να κάνει τον εαυτό του ή τα συναισθήματά του, που υποφέρει από την απόλυτη απόγνωση, μπορεί να μπει στο δάσος, να πάει στις όχθες της λίμνης και να φωνάξει το όνομα της Ουντίνε.

Και εκείνη θα έρθει. Και θα τον αγαπήσει. Η αγάπη τους θα είναι μια συνθήκη απαράβατη. Κι αν παραβιαστεί, τότε ο άνδρας θα πρέπει να πεθάνει. Όμως, συμβαίνει συχνά εκείνος που αγαπά κι αγαπιέται να δείχνει και πάλι προσιτός κι ελεύθερος, αξιαγάπητος και ποθητός. Στον μύθο, η γυναίκα που υπήρξε το αντικείμενο του απεγνωσμένου πόθου του άνδρα, ξαφνικά αρχίζει να ενδιαφέρεται και πάλι γι’ αυτόν. Κι εκείνος αφήνει την Ουντίνε για να παντρευτεί την πρώτη του αγάπη. Τη νύχτα του γάμου τους, η Ουντίνε μπαίνει στο υπνοδωμάτιο του ζευγαριού, αγκαλιάζει τον άνδρα μέσα σε μια φυσαλίδα νερού και τον πνίγει. «Τον σκότωσα με τα δάκρυά μου!» τραυλίζει η Ουντίνε στους πανικόβλητους υπηρέτες, πριν εξαφανιστεί στη λίμνη, μέσα στο δάσος.

Η δική μας Ουντίνε είναι ιστορικός πόλεων στο Βερολίνο και κάνει ξεναγήσεις για τη Διεύθυνση Αστικής Ανάπτυξης της Γερουσίας. Μόλις την εγκατέλειψε και την πρόδωσε κάποιος με το όνομα Γιοχάνες.

Αν ακολουθούσε τις επιταγές του μύθου, θα έπαιρνε εκδίκηση από τον Γιοχάνες και θα τον σκότωνε. Όμως, η Ουντίνε αψηφά τον μύθο. Δεν θέλει να επιστρέψει στην κατάρα, στη λίμνη, μέσα στο δάσος.

Δεν θέλει να φύγει. Θέλει να αγαπήσει. Έτσι, γνωρίζει κάποιον άλλον. Κι αυτή την ιστορία αγάπης αφηγείται η Νύμφη του νερού.

Κρίστιαν Πέτσολντ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΠΕΤΣΟΛΝΤ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «Η ΝΥΜΦΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ»

Όλες οι τελευταίες σας ταινίες είχαν ιστορικό ή πολιτικό υπόβαθρο. Με τη Νύμφη του νερού διαλέξατε ως σημείο εκκίνησης ένα παραμύθι.

Δεν ξέρω αν μπορείς να τις διαφοροποιήσεις τόσο απόλυτα. Η Νύμφη του νερού είναι μια ιστορία για την αγάπη, όπως είναι και οι ταινίες Barbara, Phoenix και Transit. Όμως, οι τελευταίες μιλούν είτε για μία αγάπη που είναι αδύνατη, είτε για μία που καταστρέφεται, είτε για μία που ίσως εξελίσσεται. Αυτή τη φορά, ήθελα να κάνω μία ταινία, στην οποία βλέπεις πώς η αγάπη αναπτύσσεται και διαρκεί. Και δεν υπάρχει καμία ιστορία που να μην είναι πολιτική. Το στοιχείο της πολιτικής πάντα «γλιστρά» μέσα στην αφήγηση.

Τι σας συνδέει με την «πρώτη ύλη» της Νύμφης του νερού;

Κάποια στιγμή τη δεκαετία του ’90 διάβασα το βιβλίο του Πέτερ φον Ματ Ρομαντική Προδοσία – Οι άπιστοι στη λογοτεχνία, το οποίο έχει ένα κεφάλαιο για τον μύθο της Ουντίνε, και η ιδέα της προδομένης αγάπης με ενδιέφερε. Γνώριζα τον μύθο της Ουντίνε από την παιδική μου ηλικία, αλλά συνέχεια θυμάμαι τα πάντα λανθασμένα. Ίσως είναι μια προϋπόθεση για να γράφει κανείς σενάρια – μια ελαττωματική ανάμνηση, κάτι σαν μια λανθασμένη μαρτυρία… Αυτό που, ωστόσο, θυμόμουν καλά ήταν η φράση που η Ουντίνε λέει στους υπηρέτες του άπιστου άνδρα που σκότωσε: «τον σκότωσα με τα δάκρυά μου». Πάντα μου άρεσε αυτός ο στίχος του Φουκέ. Αυτή η ανάμνηση μπερδεύτηκε μαζί με άλλες παρόμοιες ιστορίες, όπως την ομώνυμη όπερα του Λόρτζινγκ ή τη «Μικρή Γοργόνα» του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, όπου το ίδιο μοτίβο παίρνει διαφορετική μορφή, και κάποια στιγμή διάβασα και το βιβλίο της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν Η Ουντίνε φεύγει. Μου άρεσε η ιδέα ότι εκεί μιλάει η ίδια η Ουντίνε κι όχι ένας αφηγητής ή κάποιος άνδρας. Είναι η ίδια η γυναίκα που μιλάει. Θα μπορούσε να κάνει κανείς μια ταινία κατ’ αυτόν τον τρόπο, σκέφτηκα. Μια ταινία για την Ουντίνε ή για την απελπισία της. Η κατάρα, στην εκδοχή της Ινγκεμποργκ Μπάχμαν, είναι ότι οι άνδρες δεν είναι ποτέ πιστοί, γιατί βασικά αγαπούν μόνο τον εαυτό τους. Και η υπέρβαση της κατάρας αυτής μέσα από την οπτική μιας γυναίκας μού φάνηκε ότι είναι η σωστή αφηγηματική προσέγγιση· ότι η Ουντίνε μας δεν θέλει να επιστρέψει στη λίμνη του δάσους. Δεν θέλει να σκοτώσει. Υπάρχει ένας άνδρας, ο Κριστόφ, που είναι ο πρώτος που την αγάπησε γι’ αυτό που είναι, και για τούτη την αγάπη θα παλέψει.

Ανατρέξατε σε όλες τις αμέτρητες εκδοχές της ιστορίας της Ουντίνε;

Όχι. Τα παραμύθια που θυμάσαι, οι μύθοι που σου διάβαζε η μητέρα σου… αυτά δεν χρειάζεται να τα ξαναδιαβάσεις. Ο κόσμος τους έχει αποθηκευτεί στη μνήμη σου, κι εγώ, όταν ξεκινάω να γράφω μια ιστορία, βρίσκω εξαιρετικά σημαντικά τα θολά και καθαρά σημεία. Το συμπύκνωμα, η ουσία υπάρχουν μέσα στην αφήγηση. Τα παραμύθια που κατέγραψαν οι αδελφοί Γκριμ κ.α. είχαν περάσει από τη μία γενιά στην άλλη προφορικά, είχαν ειπωθεί και ξαναειπωθεί, κι από ένα σημείο και μετά οι ιστορίες άλλαζαν όλο και περισσότερο. Όμως, κάποια πράγματα παρέμειναν τα ίδια. Για μένα, ο κινηματογράφος είναι πιο κοντά σε αυτή την προφορική παράδοση, παρά στην έρευνα στην κρατική βιβλιοθήκη.

Η δική σας Ουντίνε είναι ιστορικός πόλεων στο Βερολίνο, μία πόλη την οποία στην ταινία σας δείχνετε υπό μία ασυνήθιστη οπτική – εκείνη μίας μακέτας.

Την περίοδο που περιεργαζόμουν την ιδέα μίας ταινίας για την Ουντίνε, ο Κριστόφ Χοχάουσλερ μου έδειξε αυτές τις εκπληκτικές μακέτες του Βερολίνου που εκτίθενται στο Μουσείο της Πόλης του Βερολίνου. Το Βερολίνο είναι μια πόλη που έχει χτιστεί πάνω σε βάλτους, ένα ολόκληρο περιβάλλον στην ουσία αποστραγγίστηκε για να γίνει πόλη. Και δεν έχει δικούς της μύθους, είναι μια «συναρμολογημένη», μια μοντέρνα πόλη. Ως πρώην εμπορική πόλη, πάντα εισήγαγε τους μύθους της. Φαντάστηκα ότι, με την αποστράγγιξη των βάλτων, όλοι οι μύθοι και οι ιστορίες που έφεραν οι έμποροι κείτονταν μέσα στους λασπότοπους και σιγά σιγά ξεραίνονταν. Την ίδια στιγμή, το Βερολίνο είναι μια πόλη που διαγράφει όλο και μεγαλύτερο μέρος της δικής της ιστορίας. Το Τοίχος, αυτό το πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο της πόλης, κατεδαφίστηκε σε ένα πολύ σύντομο διάστημα. Ο τρόπος με τον οποίο διαχειριζόμαστε το παρελθόν και την ιστορία στο Βερολίνο είναι βάναυσος. Τα Βασιλικά Ανάκτορα είναι, επίσης, λεηλασία του παρελθόντος γιατί η Platz der Republik είναι μέρος της ιστορίας του Βερολίνου. Κι έτσι σκέφτηκα ότι αυτά τα κατεστραμμένα παρελθόντα, αυτά τα απομεινάρια των μύθων, είναι μέρος της ιστορίας της Ουντίνε μας.

Στην ταινία Ghosts επικεντρωθήκατε στην παραμυθένια πλευρά του Βερολίνου, κάνοντας το πάρκο Tiergarten πίσω από την Potsdamer Platz να φαίνεται μαγεμένο.

Η σύγκριση με το Ghosts είναι ενδιαφέρουσα, καθώς αυτή η ταινία είναι επίσης βασισμένη σε παραμύθι, στο Μικρό σάβανο των αδελφών Γκριμ – ένα παιδί, το οποίο έχει πεθάνει, βγαίνει κάθε βράδυ από τον τάφο του για να πάει να κάτσει δίπλα στη μητέρα του και να της πει: «Πρέπει να σταματήσεις να κλαις για εμένα, γιατί αλλιώς δεν μπορώ να πεθάνω». Όμως, το παραμύθι δεν είναι εμφανές στην ταινία. Ίσως να εμφανίζεται στη μικρή λίμνη του Tiergarten που σχεδιάστηκε από τον Λενέ που, όπως ο Φουκέ, ήταν επίσης ρομαντικός. Όμως, κάτι συνέβη στην πόλη από το 2004, όταν γυρίζαμε το Ghosts, μέχρι τώρα. Η ιστορία αλλάζει, όπως αλλάζουν επίσης οι θρύλοι και οι μύθοι. Η Ουντίνε δεν είναι πια η Ουντίνε του Φουκέ, αλλά μια σύγχρονη γυναίκα, την οποία όμως ακολουθεί ακόμα η κατάρα του παρελθόντος. Και κάνει κάτι που δεν είναι μέρος του παλιού μύθου της Ουντίνε – αποχωρεί. Δεν υπηρετεί τον μύθο του παρελθόντος, αλλά τον καταστρέφει.

Ένα μεγάλο μέρος της ταινίας σας διαδραματίζεται κάτω από το νερό, σε σκηνές με τη δική τους ιδιαίτερη μαγεία.

Η ταινία του Χουμπέρτους Ζίγκερτ Βερολίνο Βαβυλώνα για την αστική ανάπτυξη του Βερολίνου μετά την πτώση του Τείχους δείχνει βιομηχανικούς δύτες να εργάζονται στη λεκάνη απορροής στο εργοτάξιο κάτω από την Potsdamer Platz. Αυτή ήταν κάποτε η πιο πολυσύχναστη πλατεία της Ευρώπης, είναι σχεδόν μυθική, και θα χτιστούν πάνω της αυτά τα απαίσια κτίρια. Μου άρεσαν αυτές οι λήψεις, οι στολές κατάδυσης που μου θύμιζαν τον Ιούλιο Βερν, οι εργάτες που στην ουσία αποσυναρμολογούν έναν μύθο με φλόγιστρα κοπής. Εργάζονται για την καταστροφή ενός κέντρου που είχε αναπτυχθεί οργανικά, προκειμένου να χτίσουν ένα νέο που δεν θα αναπτυχθεί, αλλά θα επιβληθεί. Έχεις την εντύπωση ότι τρελαμένοι οπαδοί των σιδηροδρόμων σχεδιάζουν την Potsdamer Platz. Και από κάτω, μέσα στο νερό, μπορείς ακόμα να νιώσεις τα απομεινάρια της παλιάς μαγείας. Έχει ένα στοιχείο από Ιούλιο Βερν… η περιπέτεια, οι άνθρωποι που κάνουν συγκολλήσεις κάτω από το νερό, σε μια πόλη που στην ουσία βυθίστηκε σε αυτό το σημείο.

Η δική σας λίμνη δεν είναι μια μαγική λίμνη μέσα στο δάσος, αλλά μια τεχνητή, κάπου ανάμεσα στον ρομαντισμό και τη βιομηχανοποίηση.

Η λίμνη στην οποία κάναμε τα γυρίσματα είναι κοντά στο Βούπερταλ, την περιοχή όπου μεγάλωσα. Ο Βούπερ είναι ένας ποταμός που σηματοδοτεί ένα όριο, μία Στύγα της βιομηχανικής εποχής. Είναι το μέρος απ’ όπου ξεκίνησε η Thyssen – μία μικρή πόλη σιδηρουργών στον ποταμό Βούπερ που έγινε μια παγκόσμια εταιρεία επειδή αντέγραψε εκείνο που τότε θεωρούνταν το καλύτερο ατσάλι στον κόσμο, το ελβετικό «μπλε ατσάλι», και μπορούσε να το παράγει πολύ πιο φθηνά εδώ. Η βιομηχανία χρειαζόταν πολλή ενέργεια, οπότε πλέον έχουν κατασκευαστεί φράγματα σε όλους του παραπόταμους του Βούπερ για παραγωγή ενέργειας ή για πόσιμο νερό. Και από τη βιομηχανική εποχή, στην αρχή της οποίας δημιουργήθηκε, δεν είχε αναπτύξει τη δική της αισθητική, οι κατασκευές συχνά δείχνουν σαν παλιές εκκλησίες. Η λίμνη περιλαμβάνει τόσο το νερό από το φράγμα και μια πλημμυρισμένη κοιλάδα, όπου κάποτε υπήρχε ένα χωριό. Κάτω από την επιφάνεια, υπάρχει αυτή η μυστήρια κρυφή ζωή, οι παλιές ιστορίες, κι από πάνω, ο μοντερνισμός, το ατσάλι – όμως και οι δύο κόσμοι βρίσκονται στον ίδιο χώρο. Έτσι ήθελα να δομήσω την ιστορία. Στον ίδιο χώρο. Κι αυτά τα καταραμένα πλάσματα των παραμυθιών και των μύθων που κάνουν τις διαολιές τους εκεί κάτω, παρουσιάζονται ως απομεινάρια του παρελθόντος στην ταινία.

Θεωρείτε την Ουντίνε έναν χαρακτήρα παραμυθιού;

Μιλήσαμε ήδη για την ταινία Ghosts. Οι ταινίες με φαντάσματα έχουν να κάνουν με φαντάσματα που θέλουν να γίνουν άνθρωποι. Οι τρομοκράτες στην ταινία The State I Am In θέλουν να γίνουν πατέρες και μητέρες, θέλουν να έχουν μια ζωή. Ίσως αυτό είναι το υποβόσκον θέμα σε όλες μου τις ταινίες… Κι ίσως μπορείς να πεις ότι η Ουντίνε είναι ένας χαρακτήρας παραμυθιού που θέλει να γίνει άνθρωπος. Και τη βλέπουμε να πραγματοποιεί το όνειρό της. Είναι ήδη άνθρωπος κι έτσι θέλει να παραμείνει. Όταν πηγαίνει για κατάδυση με τον Κριστόφ, ξαφνικά εξαφανίζεται λες και το νερό την τραβάει πίσω στο στοιχείο της – δεν θυμάται τίποτα και λέει «όχι, δεν θέλω να ξανάρθω πίσω εδώ». Όμως ο καταραμένος, ο μαγικός κόσμος δεν τα παρατά. Κολλάει πάνω της, είναι σκληρός, την τραβάει στον βυθό… Οι μύθοι και τα παραμύθια, οι ανδρικοί μύθοι αφήνουν την Ουντίνε με μια τρομερή έλλειψη ελευθερίας. Η Ουντίνε είναι μια γυναίκα που πρέπει να αποδράσει από τα έργα της ανδρικής προβολής.

Είναι δυνατό να δραπετεύσει κανείς από την κατάρα της προβολής;

Πάντα με ενδιέφεραν οι άνθρωποι που γεννήθηκαν 100 χρόνια μπροστά από την εποχή τους, οι οποίοι υπερασπίζονται κάτι που δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα του. Ίσως η Ουντίνε να είναι κι εκείνη ένας τέτοιος χαρακτήρας που ασκεί κριτική στην κατάρα της πολύ νωρίτερα κι αναγκάζεται να πολεμήσει. Όταν αφήνει τον Γιοχάνες, τον άνδρα που την πρόδωσε, είναι ελεύθερη. Πάει σπίτι, ξαπλώνει στο κρεβάτι κι ακούει το Stayin’ Alive, το τραγούδι με το οποίο αναστήθηκε από τον άνδρα που αγαπά. Τότε είναι ελεύθερη. Αλλά σε αυτή την ίδια στιγμή είναι που η κατάρα τίθεται και πάλι σε ισχύ. Όταν αισθάνεσαι πιο ελεύθερος από ποτέ, τότε είναι που είσαι πιο ευάλωτος. Η κατάρα του παλιού κόσμου απαιτεί ένα αδύνατο τίμημα για την ελευθερία της. Αλλά γι’ αυτή και μόνο τη στιγμή, το αξίζει. Κρατιέται από αυτή τη στιγμή της ελευθερίας, έτσι ώστε ό,τι βίωσε να παραμείνει παρόν. Γι’ αυτό και το τελευταίο πλάνο της ταινίας ανήκει σε εκείνη. Βλέπουμε τον κόσμο από τη δική της οπτική γωνία. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Πώς προετοιμαστήκατε για τις υποβρύχιες σκηνές;

Είδα πολλές ταινίες για να προετοιμαστώ. Η πιο μαγευτική υποβρύχια ταινία που ξέρω είναι το 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα του Ρίτσαρντ Φλάισερ. Υπάρχει αυτή η σκηνή στην οποία ο Τζέιμς Μέισον, ο πλοίαρχος Νέμο, και το πλήρωμά του, φορώντας τις βαριές καταδυτικές τους στολές, θάβουν έναν νεκρό κάτω από το νερό με έναν σταυρό από κοχύλια. Ο Κερκ Ντάγκλας και οι υπόλοιποι άνθρωποι το βλέπουν αυτό και την ίδια στιγμή ο υποβρύχιος κόσμος μεταμορφώνει και τους ίδιους. Έτσι σκέφτηκα ότι πρέπει να είναι και η δική μας ταινία: ότι καταλήγουμε 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα, κάτω από το σημερινό Βερολίνο και τον σημερινό κόσμο με τις μακέτες και τις εξηγήσεις του, τα όνειρα και τις καταστροφές του – και για μια στιγμή οι απαρχές αυτών των μακετών, οι απαρχές αυτής της μαγείας γίνονται αντιληπτές.

Δημιουργήσαμε ολόκληρο αυτόν τον υποβρύχιο κόσμο πριν καν μπει το νερό. Αποτελείται από στοές, φυτά, τα τεράστια αυλακωτά τείχη του φράγματος, την τουρμπίνα… Ήταν σημαντικό για μένα αυτός ο κόσμος να υπάρχει στ’ αλήθεια και να καταφύγουμε στο animation μόνο για λεπτομέρειες. Η μαγεία βρίσκεται στο απτό, στο κατασκευασμένο σκηνικό, όπως συμβαίνει και με τις μακέτες του Βερολίνου που έχουμε στην ταινία. Έπρεπε να είναι αληθινό όταν ο Φραντς Ρογκόφσκι και η Πάουλα Μπιρ καταδύονται στον βυθό – έπρεπε να μπορούν να κατέβουν ανάμεσα από αληθινά φυτά μπροστά σε ένα φράγμα και να μπουν σε μια σπηλιά. Χρειάστηκε να προσθέσουμε το γατόψαρο με animation – δεν μπορείς να εκπαιδεύσεις ένα ψάρι. Αλλά πριν ξεκινήσει αυτή η εργασία, οι ειδικοί για τα οπτικά εφέ πέρασαν πέντε μέρες μαζί μας στα γυρίσματα στο σετ, στον αληθινό υποβρύχιο κόσμο. Αυτό τους χρησίμευσε ως σημείο αναφοράς για την εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία της δημιουργίας του animation στον υπολογιστή. Έπρεπε το animation να συμφωνεί με τη μαγεία του αληθινού μας υποβρύχιου κόσμου.

Προβάρατε τις υποβρύχιες σκηνές με τους ηθοποιούς;

Δεν είχα σχεδόν καθόλου επαφή με τους ηθοποιούς κάτω από το νερό και δεν μπορούσα στην ουσία να κάνω πρόβα μαζί τους. Έτσι, για πρώτη φορά, έκανα ένα πλήρες storyboard και μια εξαιρετικά ακριβή λίστα με τις λήψεις για κάθε οπτική γωνία και κάθε κίνηση στις σκηνές αυτές. Αυτό ήταν καίριας σημασίας για τον διευθυντή φωτογραφίας Χανς Φρομ. Κινηματογραφούσαμε μια αφήγηση, στο κάτω κάτω. Δεν μπορούσαμε να παίρνουμε αποφάσεις εκείνη τη στιγμή, όπως κάνω συνήθως στις πρόβες των γυρισμάτων. Ο κάμεραμαν Σάσα Μίκε ήταν κάτω από το νερό και είχαμε ένα μόνιτορ επάνω. Οι ηθοποιοί μπορούσαν να μας ακούσουν από το υποβρύχιο σύστημα ήχου, αλλά η επικοινωνία έπρεπε να είναι πολύ περιορισμένη. Οπότε δουλέψαμε όλο το θεωρητικό κομμάτι πριν να μπουν οι ηθοποιοί στο νερό. Μερικές φορές δοκίμαζαν μια κίνηση, έβγαιναν στην επιφάνεια και τη συζητούσαμε εν συντομία. Και μετά ξεκινούσαμε: «σκηνή πρώτη, οι δυο σας γλιστράτε μέσα στο νερό και ενώνετε τα χέρια σας…». Το γυρίζαμε αυτό και μετά προέκυπτε το ερώτημα: «Θέλετε να βγείτε στην επιφάνεια ή θα καταφέρετε να κάνετε την επόμενη σκηνή και τις οπτικές γωνίες πριν αλλάξουμε τον φωτισμό;» Σκόπιμα προγραμματίσαμε αυτές τις σκηνές στην αρχή των γυρισμάτων. Ήταν εξαιρετικά κουραστικές, αλλά και καλές, γιατί μας έδωσαν μια γερή ώθηση.

Δουλέψατε με storyboard και για τις υπόλοιπες σκηνές;

Όχι, δουλέψαμε τη χορογραφία των άλλων σκηνών στις πρόβες. Στους ηθοποιούς αρέσει όταν μπορούν να κινηθούν ελεύθερα, όταν μπορούν να είναι σωματικοί, όταν δεν φυλακίζονται από φως και σημάδια. Και τότε είναι που σκεφτόμαστε πώς η κάμερα θα απεικονίσει έναν δεδομένο «χορό» ή ακόμα αν θα πάρει μέρος σε αυτόν. Ό,τι κάνουν ο Φραντς και η Πάουλα είναι πάντα χορογραφημένο. Πάντα γυρίζουμε μεγαλύτερης διάρκειας πλάνα-σεκάνς. Κάνουμε πρόβα, μετά ετοιμάζουμε την κίνηση της κάμερας και οι ηθοποιοί παίζουν ολόκληρη τη σκηνή. Μετά ετοιμάζουμε τη δεύτερη κίνηση της κάμερας και οι ηθοποιοί κάνουν ολόκληρη τη σκηνή ξανά. Μετά από αυτή τη διαδικασία, έχω τα πάντα για τη σκηνή. Πλησιάζουν την κάμερα, έπειτα απομακρύνονται, έχω κοντινά και μακρινά πλάνα, όλα σε ένα πλάνο-σεκάνς.

Το όλο θέμα είναι να μην εξαντληθούν οι ηθοποιοί. Αυτό μπορεί να συμβεί γρήγορα, ειδικά στις ερωτικές σκηνές. Από ένα σημείο και μετά οι ηθοποιοί συνθέτουν τη σκηνή και φαίνεται. Το ζητούμενο είναι η στιγμή στην οποία υπάρχει ακόμα περιέργεια για τις κινήσεις της άλλης πλευράς.

Η Πάουλα Μπιρ και ο Φραντς Ρογκόφσκι είχαν παίξει και στο Transit. Τι σας αρέσει πιο πολύ σε αυτούς;

Στο Transit σκέφτηκα, «Είναι τόσο ωραίοι μαζί, με τόση οικειότητα, αλλά κάνουν μια ιστορία αγάπης που δεν μπορεί να προχωρήσει. Θα ήθελα να τους δώσω μια ιστορία αγάπης που συνεχίζεται.» Κι έτσι, σε ένα διάλειμμα για φαγητό στο Mont Ventoux, την πιτσαρία στην ταινία, τους είπα την ιστορία της Ουντίνε, που τότε ήταν ακόμα στα σπάργανα. Χάρηκα που το έκανα και πρόσεξα ότι και σε εκείνους άρεσε η ιστορία. Υπάρχει αυτή η υπέροχη σωματική εμπιστοσύνη στην αλληλεπίδρασή τους, κάτι που δεν είχα ξαναδεί μεταξύ δύο ηθοποιών άλλοτε. Δεν ξέρω από πού προκύπτει: κάθε τους άγγιγμα, κάθε τους βλέμμα είναι φορτισμένο με εμπιστοσύνη και σεβασμό κι απίστευτη ειλικρίνεια. Μπορούμε να συζητήσουμε τα πάντα μαζί. Η Πάουλα Μπιρ είναι μία από εκείνες τις πολύ σπάνιες ηθοποιούς που είναι πολύ νέες, αλλά που ταυτόχρονα είναι ικανές να εκφράσουν εμπειρίες που άλλοι άνθρωποι βιώνουν πολύ αργότερα. Κι αυτές οι δύο διαστάσεις είναι πάντα παρούσες: να είναι/να θέλει να είναι νέα, αλλά κι αυτή η εμπειρία. Κι ο Φραντς Ρογκόφσκι είναι σίγουρα ένας από τους πιο σωματικούς ηθοποιούς της Γερμανίας. Και δεν υπάρχουν πολλοί ηθοποιοί που να έχουν αυτό το βλέμμα. Η σωματική διάσταση του Φραντς υπάρχει επίσης στον τρόπο που κινεί τα χέρια του, στον τρόπο που πιάνει τα πράγματα. Αυτά τα χέρια είναι πολύ ικανά. Με τον Φραντς, έχεις την εντύπωση ότι αντιλαμβάνεται τον κόσμο σωματικά κι ότι βρίσκει απόλαυση σε αυτό.

Πώς δημιουργήσατε την κατάρρευση [του ενυδρείου];

Δύο οπτικές γωνίες ήταν σημαντικές στη Νύμφη του νερού: εκείνη της Ουντίνε κι εκείνη του κόσμου. Η ταινία είναι η ιστορία της Ουντίνε και, όταν εκείνη αφήνει τον κόσμο, γίνεται η ιστορία εκείνου που την αναζητά, του Κριστόφ. Κι όταν υπάρχει από τη μία πλευρά ο κόσμος και από την άλλη εκείνη ή εκείνος που κοιτάζει τον κόσμο και περνάει από μέσα του, τότε έχεις ουσιαστικά αυτές τις δύο οπτικές γωνίες: μία του ανθρώπου που βλέπει και μία της ματιάς του ανθρώπου αυτού για τον κόσμο. Υπάρχουν ελάχιστα γενικά πλάνα: εκείνα στον τοίχο του φράγματος, στις μακέτες… Ήξερα ότι αυτός είναι ο κόσμος και σε αυτόν τον κόσμο οι δύο εραστές περιφέρονται σαν τα ψάρια μέσα στο ενυδρείο.

Το πιο σημαντικό είναι να ξέρεις ποιος είναι ο αφηγητής. Για ποιον είναι η ιστορία και ποιος είναι ο παρατηρητής; Αυτή είναι η πιο κρίσιμη ερώτηση στον κινηματογράφο. Η κάμερα απλώς παρακολουθεί ή παίρνει μέρος; Πού βρίσκομαι εγώ; Γιατί βρίσκομαι εδώ; Αυτές είναι οι ερωτήσεις που πρέπει να κάνεις διαρκώς στον εαυτό σου. Φυσικά και μπορείς να τοποθετηθείς έτσι ώστε να δείχνουν όμορφα τα πράγματα. Αλλά αυτό δεν είναι πλάνο. Έχουμε μια σκηνή όπου η Ουντίνε κι ο Κριστόφ είναι ξαπλωμένοι πάνω σε μια ξύλινη προβλήτα και φιλιούνται. Πρόκειται για μια σκηνή που είναι βγαλμένη μέσα από έναν ιμπρεσιονιστικό πίνακα, έναν πίνακα του Μανέ για την ακρίβεια. Όμως, δεν κάναμε αυτό το πλάνο μόνο και μόνο επειδή είναι όμορφο, αλλά επειδή χρησιμοποιήσαμε το ίδιο πλάνο ξανά αργότερα, όταν ο Φραντς Ρογκόφσκι βουτάει στο νερό στο τέλος της ταινίας – μόνο που τότε είναι μόνος και είναι νύχτα. Και μόνο μέσω της σύγκρισης με την ανάμνηση της ρομαντικής εικόνας από νωρίτερα, γίνεται πιο ξεκάθαρη η απώλεια της γυναίκας που αγαπά. Η μοναξιά του γίνεται εμφανής μέσω της θύμησης αυτής της εικόνας. Εμείς, ως αφηγητές, κοιτάζουμε αυτή την εικόνα του Μανέ κι είναι μια αφηγηματική εικόνα, αλλά μόνο επειδή ο αφηγητής εμφανίζεται δύο φορές.

Ο γαλλικός ιμπρεσιονισμός ήταν πιο σημαντικό σημείο αναφοράς από τον γερμανικό ρομαντισμό;

Δεν το έχω σκεφτεί ιδιαίτερα αυτό. Φυσικά υπάρχει μια συνάφεια μεταξύ τους. Αν το καλοσκεφτείς, όλα τα πλάνα που πήραμε στη λίμνη είναι εικόνες που, ύστερα από μια παράκαμψη από τον γαλλικό ιμπρεσιονισμό, καταλήγουν και πάλι να παραπέμπουν στον γερμανικό ρομαντισμό. Αλλά δεν είναι ακριβείς εικόνες του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ, αλλά εικόνες που έχουν “χαλάσει” από το φως, από την ευκρίνεια. Μου άρεσε αυτό. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας κοιτάξαμε περισσότερες εικόνες του Μανέ, παρά του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ.

Όμως, δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τον γερμανικό ρομαντισμό, όσο και να προσπαθήσουμε. Οπότε θα πρέπει να τον προσεγγίσουμε από μια διαφορετική γωνία, μέσω των ιμπρεσιονιστών, μέσω του κινηματογράφου, μέσω του Έντουαρντ Χόπερ… Στην ταινία, η Ουντίνε βιώνει τη μαγεία μακριά από το νερό. Αυτό που είχε αξία για μένα ήταν η μαγεία που εμφανίζεται στο παρόν, μέσω του έρωτα, κι όχι επειδή τα πάντα γύρω δείχνουν ήδη σαν ένα μαγικό μέρος. Το φράγμα την αυγή, ο υποβρύχιος κόσμος, η βυθισμένη πολιτεία, το γατόψαρο… Όλα αυτά δείχνουν υπέροχα και αμέσως σε μαγνητίζουν. Όμως, το διαμέρισμα όπου μένει η Ουντίνε δεν είναι ένα οργανικά μαγικό μέρος – γίνεται μαγικό χάρη στον έρωτά τους. Δύο εραστές που καταφέρνουν να προσδώσουν μαγεία σε ένα άσχημο μέρος με τον έρωτά τους – αυτό το βρίσκω συναρπαστικό.

ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΠΕΤΣΟΛΝΤ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

Γεννημένος το 1960, ο Κρίστιαν Πέτσολντ σπούδασε γερμανική φιλολογία και θέατρο στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, και στη συνέχεια σπούδασε σκηνοθεσία στη Γερμανική Ακαδημία Κινηματογράφου και Τηλεόρασης του Βερολίνου, μεταξύ 1988 και 1994.

Η πρώτη του ταινία «The State I Am In» κέρδισε το Γερμανικό Κινηματογραφικό Βραβείο Καλύτερης ταινίας.

Κέρδισε την Αργυρή Άρκτο Σκηνοθεσίας για τη «Barbara» και το Βραβείο FIPRESCI για τη «Νύμφη του Νερού» στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

Φιλμογραφία:

Pilots (1995), Cuba Libre (1996), The Sex Thief (1998), Μια ασυνήθιστη κατάσταση (The State I Am In) (2001), Something To Remind Me (2002), Wolfsburg (2003), Gespenster (Ghosts) (2005), Yella (2007), Όνειρα Απατηλά (Jerichow) (2008), Dreileben – Something Better Than Death (2011), Barbara (2012), Το Τραγούδι του Φοίνικα (Phoenix) (2014), Transit (2018), Η Νύμφη του Νερού (Undine) (2020)

ΠΑΟΥΛΑ ΜΠΙΡ (Ουντίνε)

Η Πάουλα Μπιρ γεννήθηκε το 1995. Σε ηλικία 14 ετών, έπαιξε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία The Poll Diaries (2010, σκην. Κρις Κράους), κερδίζοντας το βραβείο Καλύτερης Νέας Ηθοποιού στα Βαυαρικά Βραβεία Κινηματογράφου. Έπειτα, συνέχισε την εκπαίδευσή της στην υποκριτική, παράλληλα με τις σπουδές της, μεταξύ άλλων στο Guildhall School of Music and Drama του Λονδίνου.

Μετά τις ταινίες The Taste of Apple Seeds (2012, σκην. Βίβιαν Νέιφε), LUDWIG II (2012, σκην. Πίτερ Σερ, Μαρί Νοέλ) και Diplomacy (σκην. Φόλκερ Σλούντορφ), έπαιξε στο In the Dark Valley (2014, σκην. Αντρέας Προσάσκα), κερδίζοντας μια υποψηφιότητα για το βραβείο Καλύτερης Ηθοποιού στα Αυστριακά Βραβεία Κινηματογράφου. Ακολούθησαν τα Pampa Blues (2015, σκην. Κάι Βέσελ) και 4 Kings (2015, σκην. Τερέζα φον Ελτζ), πριν της δοθεί ο πρωταγωνιστικός ρόλος στην ταινία του Φρανσουά Οζόν Frantz (2016).

Η τελευταία αυτή ταινία έφερε τη διεθνή αναγνώριση, χαρίζοντάς της το βραβείο Καλύτερης Νέας Ηθοποιού στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και υποψηφιότητες για Cezar και Prix Lumiere στην ίδια κατηγορία, και Καλύτερης Ηθοποιού στα Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου. Οι υπόλοιπες ταινίες μεγάλου μήκους στις οποίες έχει παίξει είναι το Never Look Away (2018, σκην. Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ) και το The Wolf’s Call (2019, σκην. Αντονέν Μποντρί). Για τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην πολυβραβευμένη τηλεοπτική σειρά Bad Banks (σκην. Κρίστιαν Σβόχοου, Κρίστιαν Ζούμπερτ), ήταν υποψήφια, μεταξύ άλλων, για το Γερμανικό Τηλεοπτικό Βραβείο και τη Χρυσή Κάμερα, ενώ της απονεμήθηκε το βραβείο της Ένωσης Γερμανών Ηθοποιών και το βραβείο Bambi ως Ηθοποιός της Χρονιάς 2018. Η ταινία Η νύμφη του νερού αποτελεί τη δεύτερη συνεργασία της με τον Κρίστιαν Πέτσολντ, μετά το Transit (2018).

ΦΡΑΝΤΣ ΡΟΓΚΟΦΣΚΙ (Κριστόφ)

Γεννημένος το 1986, ο Φραντς Ρογκόφσκι εργάζεται από το 2007 ως ηθοποιός, χορευτής και χορογράφος σε παραγωγές των Theater Zagreb, HAU και Schaubühne στο Βερολίνο και του Thalia Theater στο Αμβούργο, μεταξύ άλλων. Έκανε το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο το 2011 ως πρωταγωνιστής στην ταινία Frontalwatte (2011, σκην. Γιάκομπ Λας). Ακολούθησε το βραβευμένο Love Steaks (2013, σκην. Γιάκομπ Λας), για το οποίο του απονεμήθηκε το βραβείο ηθοποιίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μονάχου. Ο Φραντς Ρογκόφσκι συνέχισε την καριέρα του στο θέατρο, μεταξύ άλλων, στο Schaubühne του Βερολίνου και το Münchner Kammerspiele, όπου ήταν μόνιμο μέλος του θιάσου από το 2015 έως και το 2017. Το 2017, τιμήθηκε με το βραβείο Ulrich Wildgruber. Στις δουλειές του στον κινηματογράφο περιλαμβάνονται η πολυβραβευμένη ταινία του Σεμπάστιαν Σίπερ Victoria (2015, που κέρδισε την Αργυρή Άρκτο της Berlinale και το Γερμανικό Βραβείο Κινηματογράφου σε έξι κατηγορίες), τα We Are Fine (2015, σκην. Χένρι Στάινμετς), Bedbugs (2017, σκην. Γιαν Χένρικ Σταλμπεργκ), Tiger Girl (2017, σκην. Γιάκομπ Λας), Happy End του Μάικλ Χάνεκε (2017), Lux – Warrior of Light (2017, σκην. Ντάνιελ Βιλντ), I Was at Home, But (2019, σκην. Άντζελα Σάνελεκ – Αργυρή Άρκτος Καλύτερης Σκηνοθεσίας στη Berlinale) και A Hidden Life (2019, σκην. Τέρενς Μάλικ). Το 2018, ο Φραντς Ρογκόφσκι ήταν το «Ανερχόμενο Αστέρι της Ευρώπης» (European Shooting Star), ενώ με το In the Aisles (2018, σκην. Τόμας Στούμπερ) κέρδισε το γερμανικό κινηματογραφικό βραβείο Lola Καλύτερου Α’ Ανδρικού Ρόλου. Για τους πρωταγωνιστικούς του ρόλους στη Νύμφη του νερού και το Transit (2018), την πρώτη του συνεργασία με τον Κρίστιαν Πέτσολντ, τιμήθηκε με το κινηματογραφικό βραβείο Günther Rohrbach.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ – Ο μύθος της Ουντίνε

Μοτίβα που σχετίζονται με τον μύθο της Ουντίνε μπορεί να βρει κανείς ήδη στην αρχαιοελληνική μυθολογία. Η λέξη «Undenae» εμφανίζεται για πρώτη φορά σε ένα χειρόγραφο του Παράκελσου που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, το 1566: Η Ουντίνε – από τη λατινική λέξη «unda» (κύμα) – είναι μια νεράιδα του νερού με ανθρώπινη μορφή, η οποία μπορεί να αποκτήσει μια αθάνατη ψυχή μόνο αν παντρευτεί έναν άνθρωπο. Αν μετά τον γάμο της έρθει και πάλι σε επαφή με το υδάτινο στοιχείο, θα πρέπει να επιστρέψει σε αυτό. Αν ο σύζυγός της ξαναπαντρευτεί, θα πρέπει να πεθάνει. Ο Παράκελσος κάνει αναφορά στο γαλλικό έπος Melusine (12ος αιώνας) και το γερμανικό Stauffenberg (14ος αιώνας).

Κατά τον 19ο αιώνα, ο γερμανικός ρομαντισμός επέστρεψε σε αυτό το θέμα, όπως είναι εμφανές στο Μαγικό κόρνο του αγοριού (1806-1808) του Άρνιμ. Το 1811, ο Φρίντριχ ντε λα Μοτ Φουκέ εξέδωσε το παραμύθι-νουβέλα Ουντίνε, για το οποίο αναφέρει ως πηγές τον Παράκελσο και τον Έγκολφ φον Στάουφενμπεργκ, και που με τη σειρά του ενέπνευσε αμέτρητες παραλλαγές και αναθεωρημένες εκδοχές. Ο Γκαίτε εγκωμίασε το κείμενο, αλλά άφησε να εννοηθεί ότι ο ίδιος θα είχε εκμεταλλευτεί καλύτερα το υλικό. Ο Λορτσινγκ (1816) και ο Ε.Τ.Α. Χόφμαν (1845) το διασκεύασαν για την όπερα.

Νέες ερμηνείες μπορεί να βρει κανείς στα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (Η μικρή γοργόνα, 1836) και του Όσκαρ Ουάιλντ (Ο ψαράς και η ψυχή του, 1891). Ο Έντγκαρ Άλαν Πο μετέφρασε τη νουβέλα του Φουκέ στα αγγλικά. Στην Ondine του Ζαν Ζιροντού (1939), τα πνεύματα του νερού προκαλούν τον θάνατο του συζύγου της Ουντίνε και διασφαλίζουν ότι εκείνη δεν θα μπορεί να τον θυμηθεί. Ο Χανς-Βέρνερ Χένζε δημιούργησε το μπαλέτο Ουντίνε το 1957, και το βιβλίο της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν Η Ουντίνε φεύγει εκδόθηκε το 1961. Όσο για τον κινηματογράφο, ο Νιλ Τζόρνταν ήταν ο τελευταίος που διασκεύασε το υλικό για την ταινία Ondine (2009). Και στην περίπτωση του Κρίστιαν Πέτσολντ, η ιστορία της Ουντίνε, την οποία άκουσε για πρώτη φορά στην παιδική του ηλικία, αναβίωσε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του Πέτερ φον Ματ Ρομαντική Προδοσία – Οι άπιστοι στη λογοτεχνία.


TRAILER


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Κριστιάν Πέτσολντ

Σενάριο: Κριστιάν Πέτσολντ

Ηθοποιοί: Πάουλα Μπιρ, Φραντς Ρογκόφσκι, Μαριάμ Ζαρί, Γιάκομπ Μάτσεντς

Είδος: Δράμα, Αισθηματική 

Χώρα: Γερμανία, Γαλλία 

Γλώσσα: Γερμανικά, Αγγλικά, Ισπανικά 

Διάρκεια: 91′ 

Φωτογραφία: Χανς Φρομ

Μοντάζ: Bettina Böhler

Σχεδιασμός Παραγωγής: Merlin Ortner

Κοστούμια: Katharina Ost

Διανομή: Amafilms (Ελλάδα), Piffl Medien, The Match Factory, IFC Films, Sundance Selects

Εταιρείες Παραγωγής: Schramm Film, Les Films du Losange, Zweites Deutsches Fernsehen, ARTE, Arte France Cinéma, Canal+, Ciné+


Απάντηση